Οι συνεχείς ισχυρισμοί του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για «πλήρη νίκη» έναντι του Ιράν ακούγονται κενές, λένε αναλυτές, καθώς οι δύο πλευρές εναλλάσσονται ανάμεσα σε νεφελώδη διπλωματία και στις επαναλαμβανόμενες απειλές του για νέα πλήγματα — τα οποία πιθανότατα θα προκαλούσαν ιρανικά αντίποινα σε όλη την περιοχή.
Κίνδυνοι για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους
Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στον Κόλπος κινδυνεύουν να βγουν από τη σύγκρουση σε χειρότερη θέση απ’ ό,τι πριν, ενώ το Ιράν, παρά τις στρατιωτικές και οικονομικές απώλειες, ενδέχεται να καταλήξει με μεγαλύτερη επιρροή αφού απέδειξε ότι μπορεί να περιορίζει τη ροή του ενός πέμπτου των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η κρίση δεν έχει λήξει κι ορισμένοι ειδικοί αφήνουν ανοιχτό ότι ο Τραμπ μπορεί να αναζητήσει διέξοδο που θα σώσει το κύρος του, αν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν.
Άλλοι, όμως, προειδοποιούν για μια ζοφερή μεταπολεμική προοπτική για τον Τραμπ. «Έχουν περάσει τρεις μήνες και φαίνεται ότι ένας πόλεμος που είχε σχεδιαστεί ως μια βραχυπρόθεσμη περιπέτεια για τον Τραμπ μετατρέπεται σε μακροπρόθεσμη στρατηγική αποτυχία», είπε ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, πρώην διαπραγματευτής για τη Μέση Ανατολή.
Αμφίβολα αποτελέσματα
Στην κρίση αυτή ο Τραμπ εμφανίζεται ως αρχηγός του ισχυρότερου στρατού στον κόσμο απέναντι σε μια δύναμη δεύτερης κατηγορίας που, όμως, δηλώνει πεπεισμένη ότι έχει το πάνω χέρι.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η σύγχυση για το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να κάνει τον Τραμπ περισσότερο απρόθυμο σε συμβιβασμούς που μοιάζουν με υποχώρηση από τις μαξιμαλιστικές του θέσεις ή με επιστροφή στην πυρηνική συμφωνία του 2015 που είχε ακυρώσει στην πρώτη του θητεία.
Η πίεση στον πρόεδρο
Ο Αμερικανός ηγέτης είχε κάνει προεκλογική εκστρατεία υποσχόμενος περιορισμό των περιττών στρατιωτικών παρεμβάσεων, αλλά πλέον έχει εμπλέξει τις ΗΠΑ σε μια σύγκρουση που μπορεί να βλάψει μόνιμα την εξωτερική τους πολιτική και τη διεθνή αξιοπιστία.
Η αντιπαράθεση εξελίσσεται ενώ αντιμετωπίζει εγχώριες πιέσεις λόγω ακρίβειας και ανόδου των τιμών καυσίμων ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, και με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να περιορίζει την αποδοχή του.
Μετά από περισσότερες από έξι εβδομάδες εκεχειρίας, ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι ο Τραμπ έχει μπροστά του ένα δύσκολο δίλημμα: να αποδεχτεί μια πιθανώς ελαττωματική συμφωνία ως έκτακτη λύση ή να κλιμακώσει στρατιωτικά και να ρισκάρει ακόμη μεγαλύτερη κρίση.
Αν η διπλωματία καταρρεύσει, μεταξύ των επιλογών του είναι να εξαπολύσει έναν γύρο ισχυρών αλλά περιορισμένων επιθέσεων, να τις παρουσιάσει ως τελική νίκη και να αποσυρθεί.
Σε κάθε περίπτωση, δεν του λείπουν υποστηρικτές. Ο Αλεξάντερ Γκρέι, πρώην ανώτερος σύμβουλος κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ και νυν διευθύνων σύμβουλος της συμβουλευτικής εταιρείας American Global Strategies, απέρριψε την ιδέα ότι η εκστρατεία βρισκόταν σε αδιέξοδο.
Είπε ότι το βαρύ πλήγμα στις ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες αποτέλεσε από μόνο του «στρατηγική επιτυχία», ότι ο πόλεμος έφερε τα κράτη του Κόλπου πιο κοντά στις ΗΠΑ και μακριά από την Κίνα, και ότι η τύχη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν δεν έχει ακόμη καθοριστεί.
Η αντίδραση της Τεχεράνης
Στην αρχή της σύγκρουσης, κύματα αεροπορικών επιδρομών μείωσαν δραστικά το απόθεμα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν, βύθισαν μεγάλο μέρος του ναυτικού του και σκότωσαν πολλά υψηλόβαθμα στελέχη.
Η Τεχεράνη αντέδρασε μπλοκάροντας τα Στενά του Ορμούζ, πράξη που εκτόξευσε τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας, και εξαπέλυσε επιθέσεις στο Ισραήλ και σε γειτονικές χώρες του Κόλπου. Ο Τραμπ διέταξε στη συνέχεια τον αποκλεισμό των λιμανιών του Ιράν, αλλά ούτε αυτό κατάφερε να καταβάλλει την Τεχεράνη.
Οι ηγέτες του Ιράν προσπαθούν να ακυρώσουν τους θριαμβευτικούς ισχυρισμούς του Τραμπ με τη δική τους προπαγάνδα, παρουσιάζοντας την εκστρατεία του ως «συντριπτική ήττα».
Απραγματοποίητοι στόχοι
Ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι οι στόχοι του ήταν να απαγορεύσει στο Ιράν την απόκτηση πυρηνικών όπλων, να εκμηδενίσει τη δυνατότητά του να απειλεί την περιοχή και τα αμερικανικά συμφέροντα, και να διευκολύνει την ανατροπή των ηγετών του από τους ίδιους τους Ιρανούς.
Δεν υπάρχει ένδειξη ότι οι συχνά μεταβαλλόμενοι στόχοι έχουν επιτευχθεί· πολλοί αναλυτές λένε ότι είναι απίθανο να επιτευχθούν.
Η αποπυρηνικοποίηση του Ιράν παραμένει ανεκπλήρωτος στόχος. Η Τεχεράνη δεν δείχνει πρόθεση να περιορίσει σημαντικά το πρόγραμμα, και ένα απόθεμα ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού παραμένει θαμμένο μετά τις αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ και του Ισραήλ — το οποίο θα μπορούσε να ανακτηθεί και να υποστεί περαιτέρω επεξεργασία για την κατασκευή πυρηνικής βόμβας.
Το Ιράν επιμένει ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αναγνωρίσουν το δικαίωμά του να εμπλουτίζει ουράνιο για ειρηνικούς σκοπούς. Πολλοί αναλυτές λένε επίσης ότι ο πόλεμος μπορεί να ωθήσει το Ιράν να εντείνει τις προσπάθειές του για ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, όπως συνέβη με τη Βόρεια Κορέα.
Ένας ακόμη στόχος — η διακοπή της υποστήριξης σε ένοπλες οργανώσεις της Μέσης Ανατολής — παραμένει επίσης ανεκπλήρωτος.
Σημαντική πρόκληση για την Ουάσινγκτον είναι ότι οι νέοι ηγέτες του Ιράν θεωρούνται πιο σκληροπυρηνικοί από τους νεκρούς προκατόχους τους. Μετά τον πόλεμο αναμένεται ότι θα διαθέτουν αρκετούς εναπομείναντες πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη για να συνιστούν συνεχή κίνδυνο για τους γείτονές τους.
Εν τω μεταξύ, η Κίνα και η Ρωσία έχουν αντλήσει διδάγματα για τις αδυναμίες του αμερικανικού στρατού απέναντι στις ασύμμετρες ιρανικές τακτικές και για το πώς ορισμένα αμερικανικά αποθέματα όπλων έχουν εξαντληθεί, επισημαίνουν αναλυτές.
Ο Τζόναθαν Πανίκοφ, αναλυτής του Atlantic Council και πρώην αναπληρωτής αξιωματικός των εθνικών μυστικών υπηρεσιών για τη Μέση Ανατολή, παρατήρησε ότι, παρότι το Ιράν έχει υποστεί καταστροφικά πλήγματα, οι ηγέτες του θεωρούν επιτυχία το γεγονός ότι επέζησαν από την επίθεση των ΗΠΑ και συνειδητοποίησαν τον έλεγχο που μπορούν να ασκήσουν στη ναυσιπλοΐα του Κόλπου.
Από την πλευρά του, ο Ρόμπερτ Κάγκαν, ανώτερος συνεργάτης στη δεξαμενή σκέψης Brookings Institution, υποστήριξε ότι μια αρνητική έκβαση θα αποτελούσε αποφασιστική οπισθοδρόμηση για την υπόσταση των ΗΠΑ, χειρότερη από την ταπεινωτική απόσυρση σε πολύ πιο αιματηρές συγκρούσεις όπως στο Βιετνάμ και το Αφγανιστάν, επειδή το Ιράν βρίσκεται στο κέντρο του παγκόσμιου ανταγωνισμού.
Ertnews, Reuters


