Του Γιώργου Κράλογλου
Θα έλεγα ότι είναι σωστή η προσέγγιση πολλών στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης που στρέφουν το βλέμμα τους στο φθινόπωρο και δεν καθησυχάζονται από τα τρέχοντα πλεονάσματα.
Γιατί το φθινόπωρο;
Πρώτον, επειδή αυτό το χρονικό σημείο θεωρούν σήμερα ως το πεδίο όπου θα συζητηθούν οι επιπτώσεις του πολέμου, οι οποίες ήδη γίνονται αισθητές με προοπτική για το καλοκαίρι και θεωρούνται δεδομένες στη συνέχεια, ακόμα και αν υπάρξει κάποια πρόθεση για ανακωχή στη Μέση Ανατολή.
Δεύτερον, η αγορά επιβεβαιώνει την ανησυχία του οικονομικού επιτελείου: οι “κακές μέρες” του πετρελαίου και του φυσικού αερίου δεν έχουν έρθει ακόμη — είναι όμως στον δρόμο. Και η επιδοματική πολιτική με τα “κουπόνια” και τα άλλα “ρεγάλα” του κράτους δεν επαρκεί για να αναχαιτίσει την κατάσταση.
Επενδυτές και επενδύσεις σε αναμονή
Τρίτον, υποψήφιοι επενδυτές παγώνουν ή και ακυρώνουν συζητήσεις και έρευνες για κοινές δράσεις με μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις, που στόχο έχουν την παραπέρα εξωστρέφεια της χώρας και την αναβάθμιση του ενεργειακού μας ρόλου στα Βαλκάνια και στην πρώην Ανατολική Ευρώπη.
Το κεντρικό επιχειρηματικό αντικείμενο παραμένει το ενεργειακό, καθώς και οι επενδύσεις που συνδέονται με τις ενεργειακές δράσεις που επιτρέπει η γεωπολιτική θέση της Ελλάδας στις πιθανές έως βέβαιες ανακατατάξεις μετά την κρίση.
Η ανάγνωση της αγοράς για τις ευρωπαϊκές κινήσεις
Η αγορά και οι παράγοντες που διατηρούν συζητήσεις για νέο ενεργειακό ρόλο της χώρας δεν κρύβουν τις επιφυλάξεις τους για τις παραπάνω εξελίξεις. Ερμηνεύουν την επιδοματική πολιτική ως επιλογή της Ε.Ε. και τίποτε περισσότερο.
Αυτή η ανάγνωση εξηγεί και την έναρξη μιας νέας προσπάθειας της Ε.Ε. να ανακατατάξει προγράμματα αξίας αρκετών δεκάδων δισ. ευρώ, με στόχο να στηρίξει τα κράτη-μέλη στην αντιμετώπιση ενός ακόμη κύκλου επιπτώσεων από τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Κίνδυνος να αγνοηθεί η επιχειρηματική εικόνα
Όλα αυτά διαμορφώνουν μια εικόνα στην επιχειρηματική κοινότητα της χώρας που θα ήταν μεγάλο λάθος να αγνοήσει η κυβέρνηση στις προσπάθειές της να θωρακίσει την οικονομία απέναντι στη νέα ενεργειακή πίεση.
Σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, η βεβαία επίθεση αναμένεται πριν από το τέλος του 2026, με έναρξη μέσα στον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο.
Θα ήταν επίσης σφάλμα να μετατεθεί το βάρος της ευθύνης για το ενεργειακό σύστημα και το φορολογικό —στο μέτρο που συνδέεται με το ενεργειακό— στην επόμενη κυβέρνηση χωρίς να γίνει πρώτα μια αρχική φάση μεταβολών στο αμυντικό σύστημα της οικονομίας.
Αυτό το «αμυντικό σύστημα» είναι ακριβώς ό,τι προτείνει η αγορά στις συζητήσεις της με υπουργούς και επιτελικούς της κυβέρνησης.
Ας το προσέξουμε. Και ας μην αφήσουμε ένα τέτοιο θέμα στα χέρια του χρόνου ως “κληρονομιά” στην επόμενη κυβέρνηση. Δεν έχουμε τον χρόνο που χρειαζόμαστε.

