Υπάρχει μια παράξενη συνήθεια στη δημόσια συζήτηση της Ελλάδα. Κάθε φορά που εμφανίζεται ένα θετικό οικονομικό στοιχείο, η χώρα χωρίζεται σχεδόν αμέσως σε δύο στρατόπεδα: από τη μία όσοι συμπεριφέρονται σαν να ανακαλύφθηκε οικονομικό Ελντοράντο κάπου ανάμεσα σε Χαλκίδας και Σουνίου, και από την άλλη όσοι αντιδρούν σαν να πρόκειται για καλοστημένη στατιστική απάτη.
Τι δείχνουν οι αριθμοί
Η εικόνα, φυσικά, είναι πιο σύνθετη και βρίσκεται κάπου στη μέση — και κάτι τέτοιο ισχύει και για τα πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ για το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση ανάμεσα στις χώρες του οργανισμού στο τέταρτο τρίμηνο, ενώ στην ετήσια κατάταξη βρέθηκε αισθητά πάνω από τον μέσο όρο του Οργανισμού ως προς τον ρυθμό βελτίωσης. Όμως η λέξη-κλειδί εδώ είναι η «βελτίωση».
Διότι άλλο είναι η ταχύτητα ανάκαμψης και άλλο το πραγματικό επίπεδο ευημερίας μιας κοινωνίας.
Τι σημαίνει διαθέσιμο εισόδημα
Ο όρος «διαθέσιμο εισόδημα» ακούγεται συχνά τεχνικός, αλλά στην πράξη αφορά την πιο καθημερινή οικονομία: τα χρήματα που απομένουν σε ένα νοικοκυριό αφού πληρωθούν φόροι, εισφορές και βασικές υποχρεώσεις. Είναι, με άλλα λόγια, ό,τι μένει στην τσέπη για να ζήσει κάποιος — για να πάει στο σούπερ μάρκετ χωρίς να κάνει μαθηματικά επιπέδου NASA μπροστά στο ψυγείο με τα γαλακτοκομικά ή για να πληρώσει λογαριασμούς χωρίς να ανοίγει το e-banking σαν να περιμένει αποτέλεσμα ιατρικής εξέτασης μετά από σωρεία συμπτωμάτων.
Γι’ αυτό και ο συγκεκριμένος δείκτης έχει τόσο μεγάλη σημασία: ο πολίτης δεν ζει με το ΑΕΠ ούτε αγοράζει τρόφιμα με επενδυτικές βαθμίδες — ζει με το ποσό που φτάνει στο τέλος του μήνα στην τσέπη του. Και εκεί αναδεικνύεται η μεγάλη ελληνική αντίφαση.
Η καθημερινή αίσθηση των πολιτών
Η Ελλάδα εμφανίζει βελτίωση στα εισοδήματα, αλλά μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αισθάνεται οικονομικά πιεσμένο. Δεν πρόκειται για συλλογική παράκρουση ή «παραπλανημένη κοινή γνώμη» όπως συχνά συνοψίζει η πολιτική αντιπαράθεση — η εξήγηση είναι απλή: η βελτίωση ξεκινά από πολύ χαμηλή βάση μετά από δεκαπέντε χρόνια κρίσης, απώλειας εισοδημάτων και εξάντλησης της μεσαίας τάξης.
Είναι σαν τον άνθρωπο που βγαίνει από μακρά νοσηλεία και αρχίζει επιτέλους να περπατά. Η πρόοδος είναι πραγματική, αλλά δεν τον κάνει αυτόματα αθλητή υψηλών επιδόσεων. Παρομοίως, ναι, η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά, ναι, οι μισθοί αυξάνονται σταδιακά και ναι, η οικονομία εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απ’ ό,τι πριν. Ταυτόχρονα όμως η ακρίβεια λειτουργεί ως αόρατος μηχανισμός που απορροφά μεγάλο μέρος της βελτίωσης: όταν το κόστος στέγασης εκτοξεύεται, τα τρόφιμα παραμένουν ακριβά και οι υπηρεσίες απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό του οικογενειακού προϋπολογισμού, ακόμη και η αύξηση του εισοδήματος μοιάζει ανεπαρκής στην καθημερινότητα.
Η πολιτική διάσταση
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της δημόσιας συζήτησης είναι ότι η κυβέρνηση παρουσιάζει τα στοιχεία ως απόδειξη συνολικής επιτυχίας, ενώ η αντιπολίτευση προσπαθεί να τα απορρίψει πλήρως επειδή δεν ταιριάζουν στο αφήγημα γενικευμένης καταστροφής. Και οι δύο πλευρές έτσι χάνουν την ουσία.
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ξεκάθαρα ότι η οικονομία δεν βρίσκεται πλέον στην εποχή της κατάρρευσης. Όποιος συνεχίζει να μιλά σαν να είμαστε ακόμη στο 2012 αρνείται την πραγματικότητα. Από την άλλη, όποιος θεωρεί ότι η χώρα έχει λύσει τα διαρθρωτικά προβλήματα επειδή εμφανίζει υψηλούς ρυθμούς βελτίωσης, κρατά το κεφάλι του στην άμμο.
Η παραγωγική αδυναμία
Πίσω από τη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος παραμένει το παλιό ελληνικό πρόβλημα: η παραγωγικότητα. Η οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται υπερβολικά στην κατανάλωση, στον τουρισμό και σε υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, χωρίς αντίστοιχη παραγωγική ισχύ που να εξασφαλίζει μακροπρόθεσμη σταθερότητα. Με απλά λόγια, εξακολουθούμε σε μεγάλο βαθμό να ξοδεύουμε πιο εύκολα απ’ ό,τι παράγουμε.
Σε περιόδους διεθνούς σταθερότητας αυτό μπορεί να καλύπτεται από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Όμως σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο ασταθής, αυτό μετατρέπεται σε σοβαρό κίνδυνο. Η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση: δεν είναι πια η οικονομία της απόγνωσης της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά ούτε και η παραγωγική μηχανή που κάποιοι ισχυρίζονται. Βελτιώνεται, αλλά όχι αρκετά βαθιά ώστε η πρόοδος να θεωρείται βέβαιη και διατηρήσιμη μακροπρόθεσμα.
Η μεγάλη ειρωνεία
Η μεγαλύτερη ειρωνεία ίσως είναι ότι η χώρα είναι πιο κοντά από ποτέ στο να αφήσει οριστικά πίσω της την εποχή της κρίσης, αλλά παραμένει ταυτόχρονα ικανή να σαμποτάρει μόνη της αυτή την πορεία μέσω των γνωστών παθογενειών: ασθενούς μνήμης, κρατισμού, χαμηλής παραγωγικότητας, γραφειοκρατίας και της σχεδόν εμμονικής ανάγκης να μετατρέπει κάθε οικονομικό στοιχείο είτε σε θρίαμβο είτε σε εθνική καταστροφή.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν αυξήθηκε το διαθέσιμο εισόδημα σε ένα τρίμηνο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει μια οικονομία όπου αυτή η βελτίωση θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά την επόμενη διεθνή κρίση. Η χώρα έμαθε να ανακάμπτει — αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι έμαθε και να αντέχει.
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr

