Η συνάντηση του Σι Τζινπίνγκ με τον Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο δεν περιορίστηκε μόνο σε ζητήματα εμπορίου και γεωπολιτικής ισορροπίας. Ο Κινέζος πρόεδρος επέλεξε να επαναφέρει στο διεθνές προσκήνιο έναν όρο με έντονο ιστορικό και πολιτικό βάρος: την περίφημη «παγίδα του Θουκυδίδη». Σε μια περίοδο όπου οι σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας χαρακτηρίζονται από αυξανόμενο ανταγωνισμό, η αναφορά του Σι ερμηνεύτηκε ως σαφές μήνυμα υπέρ της αποφυγής μιας ανοιχτής σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις.
«Μπορούν η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες να ξεπεράσουν την παγίδα του Θουκυδίδη και να δημιουργήσουν ένα νέο πρότυπο σχέσεων μεταξύ μεγάλων δυνάμεων;» διερωτήθηκε ο Σι Τζινπίνγκ λίγο πριν από την έναρξη των συνομιλιών του με τον Αμερικανό πρόεδρο, θέτοντας παράλληλα το ζήτημα της κοινής αντιμετώπισης των διεθνών προκλήσεων και της διατήρησης της παγκόσμιας σταθερότητας.
Η συγκεκριμένη αναφορά μόνο τυχαία δεν θεωρείται. Τα τελευταία χρόνια, η «παγίδα του Θουκυδίδη» έχει μετατραπεί σε έναν από τους πλέον γνωστούς όρους της διεθνούς πολιτικής σκηνής, χρησιμοποιούμενος κυρίως για να περιγράψει τη στρατηγική αντιπαλότητα ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Ποιος καθιερώθηκε τον όρο ισχυρή υπερδύναμη
Τον όρο καθιέρωσε ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Γκράχαμ Τ. Άλισον, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, επιχειρώντας να εξηγήσει τι συμβαίνει όταν μια ανερχόμενη δύναμη αμφισβητεί την κυριαρχία μιας ήδη ισχυρής υπερδύναμης. Η θεωρία βασίζεται στο γνωστό απόσπασμα του αρχαίου Έλληνα ιστορικού Θουκυδίδης από το έργο Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου: «Η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που προκάλεσε στη Σπάρτη έκαναν τον πόλεμο αναπόφευκτο».
Χρησιμοποιώντας το ιστορικό παράδειγμα της σύγκρουσης ανάμεσα σε Αθήνα και Σπάρτη, ο Άλισον υποστήριξε ότι όταν μια νέα δύναμη ενισχύεται ταχύτατα και διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο στο παγκόσμιο σύστημα, αυξάνεται σημαντικά και ο κίνδυνος πολεμικής σύγκρουσης. Στο βιβλίο του Destined for War, που κυκλοφόρησε το 2017, σημείωνε ότι οι σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας ενδέχεται να οδηγηθούν σε επικίνδυνη αντιπαράθεση, χωρίς ωστόσο να θεωρεί δεδομένο ότι αυτή θα καταλήξει αναπόφευκτα σε πόλεμο.
Μάλιστα, σύμφωνα με έρευνα του Belfer Center του Χάρβαρντ υπό την καθοδήγηση του Άλισον, σε 12 από τις 16 ιστορικές περιπτώσεις όπου μια ανερχόμενη δύναμη αμφισβήτησε μια κυρίαρχη, το αποτέλεσμα ήταν πολεμική σύγκρουση. Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές και ιστορικοί έχουν ασκήσει κριτική στη θεωρία, υποστηρίζοντας ότι οι σύγχρονες γεωπολιτικές ισορροπίες δεν μπορούν να ερμηνευθούν αποκλειστικά μέσα από ιστορικά παραδείγματα.
Η σημασία της συνεργασίας των δύο
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις γύρω από την εγκυρότητα της θεωρίας, η επιλογή του Σι Τζινπίνγκ να χρησιμοποιήσει τον συγκεκριμένο όρο στη διάρκεια μιας τόσο κρίσιμης συνάντησης με τον Τραμπ έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Η Κίνα επιχειρεί να δείξει ότι η αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ δεν αποτελεί αναγκαστικά μονόδρομο, αλλά μια πρόκληση που μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσω συνεργασίας και διπλωματίας.
Η συνεργασία ωφελεί και τα δυο μέρη, ενώ η σύγκρουση βλάπτει και τα δύο. Θα οφείλαμε να είμαστε εταίροι, όχι αντίπαλοι, πρέπει να βοηθήσουμε η μια χώρα την άλλη για να τα καταφέρουμε, να ευημερήσουμε μαζί, χαράσσοντας έτσι νέο δρόμο, της κατανόησης ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις σε αυτή τη νέα εποχή», τόνισε εξάλλου ο Κινέζος πρόεδρος λίγο μετά την άφιξη του Αμερικανού ομολόγου του.

