Με έναν από τους ισχυρότερους στόλους μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου και LPG, η Capital Clean Energy Carriers Corp. (CCEC) έχει ήδη εξασφαλίσει συμβασιοποιημένα έσοδα περίπου 2,9 δισ. δολ..
Ο στόλος που λειτουργεί σήμερα περιλαμβάνει 15 πλοία υψηλών προδιαγραφών, εκ των οποίων 12 είναι LNG carriers τελευταίας γενιάς, ένα neopanamax containership και δύο handy LCO2/multi-gas carriers.
Παράλληλα, η εταιρεία διατηρεί ένα εκτεταμένο ναυπηγικό πρόγραμμα με ακόμη 17 πλοία υπό ναυπήγηση.
Το πρόγραμμα προβλέπει εννέα LNG carriers νέας γενιάς, έξι dual-fuel medium gas carriers και δύο handy LCO2/multi-gas carriers, με τις παραδόσεις να κατανέμονται από το δεύτερο τρίμηνο του 2026 έως και το πρώτο τρίμηνο του 2029.
Πρόγραμμα ναυπήγησης
Η εταιρεία επιταχύνει την επέκταση του στόλου σε μια περίοδο που η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή και οι αναταράξεις στα Στενά του Ορμούζ προκαλούν σημαντικές ανακατατάξεις στις αγορές φυσικού αερίου και στις θαλάσσιες μεταφορές.
Ενδεικτικό του μεγέθους των επενδύσεων είναι ότι η μέση αξία μιας παραγγελίας σύγχρονου LNG carrier χωρητικότητας 174.000 κυβικά μέτρα διαμορφώνεται σήμερα κοντά στα 260 εκατ. δολ..
Η διοίκηση της CCEC ανακοίνωσε ότι επισπεύδει τις παραδόσεις τριών υπό ναυπήγηση LNG carriers, με στόχο να εκμεταλλευτεί τις αυξημένες ανάγκες μεταφοράς LNG και την άνοδο των ναύλων διεθνώς.
Επιτάχυνση παραδόσεων
Η εισηγμένη στον Nasdaq εταιρεία του ομίλου ανακοίνωσε καθαρά κέρδη 18,3 εκατ. δολ. για το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι 32,7 εκατ. δολ. την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Τα έσοδα ανήλθαν σε 98 εκατ. δολ. από 102 εκατ. δολ. πέρυσι.
Η μείωση της κερδοφορίας αποδίδεται κυρίως στις εκτός ημέρες ναύλωσης δύο LNG carriers λόγω ειδικών επιθεωρήσεων πενταετίας, καθώς και στη διαφοροποίηση του μείγματος ναυλώσεων σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Παρά τη μείωση των καθαρών κερδών, η εταιρεία ολοκλήρωσε σειρά στρατηγικών κινήσεων: διέθεσε ομολογιακή έκδοση ύψους 250 εκατ. ευρώ στο Χρηματιστήριο Αθηνών, διάρκειας επτά ετών με επιτόκιο 3,75%.
Ταυτόχρονα, ενέκρινε πρόγραμμα επαναγοράς ιδίων μετοχών ύψους 20 εκατ. δολαρίων και ανακοίνωσε μέρισμα 0,15 δολ. ανά μετοχή για το πρώτο τρίμηνο.
Χρηματοοικονομικές κινήσεις
Η διοίκηση δίνει έμφαση στην ενίσχυση του χαρτοφυλακίου LNG carriers και στις μακροχρόνιες ναυλώσεις.
Ο διευθύνων σύμβουλος της CCEC, Τζέρι Καλογηράτος, ανέφερε ότι η εταιρεία διαθέτει πλέον εξασφαλισμένα συμβόλαια ναυλώσεων με μέσο όρο διάρκειας 6,9 ετών, που αντιστοιχούν σε συμβασιοποιημένα έσοδα περίπου 2,9 δισ. δολ.. Αυτά τα έσοδα μπορούν να αυξηθούν στα 4,3 δισ. δολ. εφόσον ασκηθούν όλα τα δικαιώματα επέκτασης των ναυλώσεων.
Ο ίδιος τόνισε ότι η εταιρεία συνεχίζει να υλοποιεί τη στρατηγική της για τη δημιουργία μιας ηγετικής πλατφόρμας μεταφοράς φυσικού αερίου, εξασφαλίζοντας την ανθεκτικότητα της κερδοφορίας και των ταμειακών ροών μέσω του σύγχρονου στόλου LNG carriers.
Επιπλέον, η CCEC επέκτεινε το αναπτυξιακό της πρόγραμμα παραγγέλλοντας τρία ακόμη LNG carriers τελευταίας τεχνολογίας, με αναμενόμενες παραδόσεις το 2028 και το 2029, ενισχύοντας τη θέση της ως της μεγαλύτερης εισηγμένης στις ΗΠΑ εταιρείας μεταφοράς LNG.
Συμφωνίες και νέες παραγγελίες
Η εταιρεία ανακοίνωσε επίσης τη δημιουργία κοινοπραξίας με θυγατρική του ενεργειακού ομίλου BGN. Η συμφωνία αφορά τη σύσταση νέας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης στις Νήσους Μάρσαλ, στην οποία η CCEC θα κατέχει το 51% και η BMarine Shipping Investment FZCO το 49%.
Μέσω της θυγατρικής της κοινοπραξίας, BM Capital LLC, θα αποκτηθεί το LNG carrier «Amore Mio I» έναντι 230 εκατ. δολαρίων, ενώ η υφιστάμενη χρηματοδότηση του πλοίου αναμένεται να αναχρηματοδοτηθεί κατά την ολοκλήρωση της συναλλαγής το πρώτο τρίμηνο του 2027.
Η CCEC συνεχίζει επίσης την επέκτασή της στον τομέα των πλοίων μεταφοράς LPG, αμμωνίας και CO2. Στα τέλη Απριλίου παρέλαβε το δεύτερο LCO2/multi-gas carrier «Amadeus», ενώ συνολικά το υπό ναυπήγηση επενδυτικό πρόγραμμα υπερβαίνει τα 2,25 δισ. δολ. έως το 2029.
Επέκταση και ρευστότητα
Στο τέλος του α’ τριμήνου 2026, τα ταμειακά διαθέσιμα της εταιρείας διαμορφώθηκαν στα 546,4 εκατ. δολ., ενώ το συνολικό χρέος ανήλθε στα 2,63 δισ. δολ..

