Τριαρίδης για τη «Μουγγή Καμπάνα»: Το καταδικασμένο παιδί των Λορ και το θαύμα της σκηνής

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ:

Η «Μουγγή Καμπάνα» υπήρξε για μένα μια συνεχής πνευματική περιπέτεια —που ακόμα με ακολουθεί δεκαετίες μετά τη συγγραφή της. Για πολλά χρόνια αισθανόταν σαν μια «κατάρα». Τα τελευταία τρία χρόνια, όμως, έχει μεταμορφωθεί σε αναμφισβήτητη ευλογία — άλλωστε η ιστορία διαδραματίζεται σε μια πόλη που ονομάζεται Ευλογιά.

Αφετηρία και «Ιστορίες Δακρύων»

Η αφήγηση ξεκινάει πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια, το καλοκαίρι του 2002. Ήμουν τότε 32 ετών και η νουβέλα αυτή ήταν η τέταρτη και η πλέον εκτενής μιας σειράς αφηγήσεων που τους είχα δώσει τον τίτλο «Ιστορίες Δακρύων». Τον προηγούμενο χρόνο είχα εκδώσει επίσης «Το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε», «Η παγωμένη καρδιά των ευτυχισμένων ανθρώπων» και το «Χαραγμένο σιτάρι».

Ήταν μια προσπάθεια να συμπυκνώσω με παραμυθικές αλληγορίες τα ηθικά και πολιτικά θέματα που κυριαρχούσαν στη γραφή μου: το θεριό του μίσους και της εξουσιαστικής εμμονής —αυτό που στις μεταφυσικές θεωρήσεις ονομάζεται «Κακό»— και την απεγνωσμένη επιθυμία του ανθρώπου να αντιτάξει απέναντί του την ένωση με τον άλλον —αυτό που οι φιλόσοφοι ονομάζουν «αγάπη».

Η έμπνευση από τα κοινωνικά δίκτυα

Η ιδέα να γράψω μια σειρά ιστοριών, κάτι σαν «παραμύθια για ενήλικες», γεννήθηκε στα τέλη του 1997 ή στις αρχές του 1998. Τότε ήμουν εθελοντής στο Δίκτυο DROM για τα κοινωνικά δικαιώματα των Τσιγγάνων και δίδασκα αλφαβητισμό σε παιδιά των σκηνιτών του Δενδροποτάμου και του Ευόσμου στη Θεσσαλονίκη.

Χωρίς παιδαγωγική εμπειρία, προσπάθησα να δουλέψω αυτοσχεδιαστικά με ιστορίες και παραμύθια. Σκέφτηκα ότι ίσως μπορούσα να δημιουργήσω νέες αφηγήσεις πιο κοντινές στον κόσμο των Τσιγγάνων: έναν κόσμο δίχως στολές, σημαίες και χρόνο, όπου οι άνθρωποι παλεύουν να ζήσουν με το σάλιο τους και να μαγευτούν από τον ίσκιο τους. Έτσι ξεκίνησα σκίτσα ιστοριών που ένιωθα πως είχαν κοινό κύκλο αλλά διαφορετική κάθε φορά ακτίνα.

Η αυτογνωσία και τα προσχέδια

Σύντομα κατάλαβα ότι έκανα λάθος. Το τσιγγάνικο μυστήριο είναι αυτοτροφοδοτούμενο και έξω από την τάξη του λόγου· οι ιστορίες μου, που επιχειρούσαν να μιλήσουν για κυκλικό χρόνο με όρους ευθύγραμμου χρόνου, θα ήταν για τους Τσιγγάνους κούφιοι αντικατοπτρισμοί. Έτσι τα προσχέδια παρέμειναν στο συρτάρι — σκελετοί που δεν δοκιμάστηκαν ποτέ μπροστά στα παιδιά ούτε κοινοποιήθηκαν στους συνεθελοντές.

Όμως οι σκελετοί των συρταριών κάποτε τρίζουν· και λίγο μετά το γύρισμα του 21ου αιώνα, όταν δεν ήμουν πια εθελοντής στους καταυλισμούς, ο πειρασμός της γραφής και η έλξη του κόσμου που υπήρχε στο χαρτί με οδήγησαν να γράψω τις «Ιστορίες Δακρύων».

Η μυθική πλοκή της «Μουγγής Καμπάνας»

Η «Μουγγή Καμπάνα» ήταν μέσα μου ως θεμέλιο αλλά και ως κορυφή αυτής της προσπάθειας. Η αφήγησή της ξεκινάει το 1191 μ.Χ. στο Αλγέρι, όταν ένας εξωμότης Ασσασίνος του θρυλικού Σινάν, του «Γέρου του Βουνού», αναγκάζεται να σκοτώσει την κόρη του με τα ίδια του τα χέρια. Τρελός από τύψεις, πριν αυτοκτονήσει, πηγαίνει στη Χαλκιδική και στήνει μια τεράστια καμπάνα, ενσωματώνοντας στο μέταλλό της το αίμα και τα δάκρυα του κοριτσιού.

Για πεντακόσια χρόνια η κόκκινη καμπάνα ευλογεί τη γη, γιατρεύει τους ανθρώπους. Μια απελπισμένη ομάδα Μογγόλων προσέρχεται ως ικέτες στην Ευλογιά· μα οι Λορ θα σφαγιαστούν από τους Ευλογημένους. Η κόκκινη καμπάνα σωπαίνει· ένας φριχτός λοιμός θερίζει τους ενόχους. Ένα μωρό των Λορ γλιτώνει κρυμμένο σε εσοχή των βράχων. Εκατό χρόνια αργότερα, μια δακρυσμένη γυναίκα —παρθένα και μητέρα μαζί— αυτοκτονεί πέφτοντας στα κοφτερά βράχια του Δούναβη. Η κόρη της, ακούγοντας έναν ανεπίτρεπτο ήχο, βυθίζεται σε αιώνια νάρκη. Στα 1699 μ.Χ. εμφανίζεται στην Ευλογιά ο σκοτεινός Ούγγρος αλχημιστής Αντρέας Καϊνέρτζι, που προσπαθεί να θεραπεύσει τον ήχο που μπορεί να ξυπνήσει την πανέμορφη κόρη.

Στοιχεία που συγκλόνιζαν

Ήταν μια ιστορία γεμάτη στοιχεία που τότε δονούσαν τη φαντασία μου: καταραμένοι έρωτες, φριχτοί φόνοι, μουγγές αυτοκτονίες, ιερά δάκρυα, χρυσά μαχαίρια, βγαλμένα μάτια, άρπες από παρθενικούς υμένες, θεσπέσιες μουσικές που ο άνεμος γυρνάει ανάποδα, νυχτερινή απελπισία, σφαγές, μια καμπάνα που ρουφάει την κακία του κόσμου —και ένα παιδί που πρέπει να αναστηθεί. Στο μυαλό μου ήταν μια ιστορία για τη μεγάλη συνάντηση των ανθρώπων, για το σμίξιμο αθώων και ενόχων.

Η νουβέλα εκδόθηκε το 2003 από τις Εκδόσεις Πατάκη και ξανακυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδοτικές προσπάθειες που είχα ονομάσει Εκδόσεις Δήγμα. Παρ’ όλα αυτά, όπως και οι άλλες τρεις «Ιστορίες Δακρύων», δεν κατάφερε να εδραιωθεί στο αναγνωστικό κοινό και να μείνει στα βιβλιοπωλεία· υπήρξε ίσως το πιο αποτυχημένο εκδοτικά έργο μου. Πολλά αντίτυπα αποσύρθηκαν ή καταστράφηκαν, και σήμερα το βρίσκει κανείς μόνο αν το αναζητήσει επίμονα στο Διαδίκτυο.

Η θεατρική αναγέννηση το 2023

Και μια μέρα του καλοκαιριού του 2023, είκοσι χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, ήρθαν τέσσερα μαγικά παιδιά της ομάδας RODEZ —η Σόνια Καλαίτζίδου, ο Μάριος Κρητικόπουλος, η Ηλέκτρα Σαρρή και η Ανθή Σαββάκη— και μου ζήτησαν να ανεβάσουν τη νουβέλα στο θέατρο. Τους μίλησα για την «κατάρα» του κειμένου, αλλά δεν πτοήθηκαν.

Με τη σκηνοθεσία του Μάριου Κρητικόπουλου και του Πάνου Αποστολόπουλου, τα παιδιά αυτά έκαναν θαύμα: πήραν ένα καταραμένο, αφηγηματικά αντιθεατρικό κείμενο μιας παμπάλαιας ιστορίας και έστησαν μια εκπληκτική παράσταση με τέσσερα σώματα και τέσσερις ψυχές που ενώθηκαν σε μια νοητική και σωματική ενότητα. Μια μυστική ιστορία πανάρχαιου μίσους και νεόκοπης αγάπης —και συγχώρεσης, καρτερίας και θυσίας— αλλά και μια ιστορία για τους ξένους που συνεχώς δολοφονούνται σε στεριά και θάλασσα.

Το έργο των νέων καλλιτεχνών

Τα παιδιά της Rodez δούλεψαν μήνες ολόκληρους σχεδόν χωρίς υποστήριξη, παράλληλα με ό,τι άλλο έκαναν στη ζωή τους. Η διαμαντένια παράστασή τους άρχισε να ακούγεται από στόμα σε στόμα και γέμισε θεατές ξανά και ξανά. Παίχτηκε για τρεις χρονιές σε πολλά θέατρα της Αθήνας, ταξίδεψε σε άλλες πόλεις της Ελλάδας και συνέχισε πέρα από κάθε πρόβλεψη.

Παρακολούθησα πολλές παραστάσεις —γεμάτος δάκρυα και με την αγωνία να «τρώνε» τα νύχια μου— και προσπαθούσα να αντιληφθώ πόσο μεγάλο δώρο μου προσέφεραν αυτά τα παιδιά. Σαν να φώναξα μια λέξη σε έναν γκρεμό και ο αντίλαλος να μου την επέστρεφε μετά από 22 χρόνια. Όταν την έγραψα, πίστευα πως ήταν το σημαντικότερο κείμενό μου. Ο χρόνος την είχε παραμερίσει — όπως και μένα — αλλά είκοσι χρόνια μετά φάνηκε πως υπάρχουν άνθρωποι που ίσως μπορούν να ακούσουν μια μουγγή καμπάνα.

Γιατί συνεχίζω να γράφω

Σήμερα είμαι 56 ετών. Εδώ και χρόνια γράφω μόνο για έναν λόγο: για να βρω ένα νήμα που θα συνδέσει εμάς, τις χορτασμένες ελίτ που έχουμε τη δυνατότητα να διαβάζουμε, να βλέπουμε θέατρο και να κάνουμε τέχνη, με εκείνους που η χόρτασή μας δολοφονεί — με τα παιδιά των απελπισμένων που πνίγονται, βομβαρδίζονται, πεθαίνουν από πείνα, δίψα, κρύο και δυσεντερία, από τη φριχτή φτώχεια και ανέχεια.

Με συγκίνηση βλέπω πως αυτό το διακύβευμα είναι και της «Μουγγής Καμπάνας»: το έκθετο παιδί των αφανισμένων Λορ που πρέπει να ζήσει. Γι’ αυτό γράφω σε όλη μου τη ζωή. Κι αν πέρασαν είκοσι πέντε χρόνια —ένα τέταρτο του αιώνα— εξακολουθώ να γράφω για τα ίδια ζητήματα: για τους αφανισμένους ανθρώπους που η εξουσία αλέθει στις φονικές της μυλόπετρες.

Είμαι πολύ περήφανος για αυτή την παράσταση: αποτελεί ευλογία στη ζωή μου. Γίνεται από εξαιρετικούς καλλιτέχνες και μια αυτοοργανωμένη ομάδα που επέλεξε το κείμενό μου επειδή το πιστεύει —γνωρίζοντας μάλιστα πως δεν θα βρει χρηματοδότηση ή χορηγούς. Δουλεύουν με πυρακτωμένο πάθος για να καταθέσουν μια διακριτή θεατρική πρόταση και να βάλουν την τέχνη τους απέναντι στο μεγάλο πολιτικό έγκλημα των καιρών μας: την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής στο όνομα της ισχύος και της εξουσίας, τον αφανισμό των ανεπιθύμητων από τους κυρίαρχους.

Εδώ και χρόνια γράφω αναζητώντας ακριβώς αυτή την οπτική και αυτούς τους καλλιτέχνες-συναυτουργούς. Για να συναντηθούμε στην κοινή προσπάθεια ενός ηθικού οδοφράγματος· για να δώσουμε την ελάχιστη ορατότητα σε εκείνο το παιδί…

“…που άφησες να πεθάνει από την πείνα
(γιατί εσύ το άφησες)
όταν,
σιωπηλός και συνένοχος,
ονειρευόσουν
μεγάλα ταξίδια, τρομερές περιπέτειες,
έρωτες που μυρίζουν πικραμύγδαλο”

-Θανάσης Τριαρίδης, Άνοιξη του 2026

Διαβάστε επίσης: Η «Μουγγή Καμπάνα», του Θανάση Τριαρίδη, από την Ομάδα Rodez στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης ·
Μάριος Κρητικόπουλος, Πάνος Αποστολόπουλος: «Η Μουγγή Καμπάνα» είναι αλληγορία του σύγχρονου κόσμου και της ανθρώπινης ύπαρξης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ:

Mediterranean Yacht Show: Ρεκόρ συμμετοχών και ισχυρό οικονομικό αποτύπωμα: Το yachting απογειώνεται

Ο θαλάσσιος τουρισμός παραμένει ένας από τους πιο δυναμικούς και υψηλής προστιθέμενης αξίας πυλώνες...

Συγκλονιστικό βίντεο από το MV Hondius: «Δεν είμαστε ειδήσεις — θέλουμε να πάμε σπίτι»

Ένα συγκλονιστικό βίντεο ανάρτησε επιβάτης του MV Hondius, του πλοίου που μεταφέρει κρούσματα Χανταΐου...

Πώς ΑΕΚ, ΠΑΟΚ και Ολυμπιακός τοποθετούνται για το Champions League της επόμενης σεζόν

Συνεχίζεται η «μάχη» ανάμεσα σε ΑΕΚ, ΠΑΟΚ και Ολυμπιακό για τον τίτλο της Super...