Για δεκαετίες οι μεγάλες διεθνείς οικονομικές κρίσεις πυροδοτούσαν συντονισμένες απαντήσεις. Κατά την Μεγάλης Ύφεσης του 2007-08, οι κεντρικές τράπεζες προσέφεραν εκτεταμένη νομισματική στήριξη και οι κυβερνήσεις συμφωνούσαν κοινές πολιτικές. Στην πανδημία εφαρμόστηκαν τα ίδια διδάγματα, μαζί με πρωτοφανή δημοσιονομική επέκταση.
Σήμερα, όμως, καθώς οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αξιολογούν την πιθανή επίπτωση του πολέμου στο Ιράν και της μεγαλύτερης ενεργειακής κρίσης των τελευταίων 50 ετών, η προοπτική μιας νέα συντονισμένης αντίδρασης μοιάζει όλο και πιο αβέβαιη. Το πνεύμα συνεργασίας έχει εξασθενήσει και ανακύπτει το ερώτημα αν, ακόμη και εάν υπάρξει, υπάρχει επαρκές «οπλοστάσιο» για να το στηρίξει.
Ανησυχία για ετοιμότητα
Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με την οικονομολόγο του Harvard Kennedy School Κάρμεν Ράινχαρτ, αντιπροσωπεύει «τη χειρότερη συγκυρία των τελευταίων 20 ετών», ή και περισσότερο, όσον αφορά τη συλλογική ικανότητα να αντιμετωπιστεί μια γενικευμένη ύφεση.
Παρά τη σχετική ανακούφιση των αγορών μετά τη συμφωνία για προσωρινή εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη. Ακόμη και αν η ένταση αποκλιμακωθεί, έχει ήδη αναδείξει πόσο ευάλωτος είναι ο παγκόσμιος οικονομικός κύκλος σε ένα νέο σοκ.
Συζητήσεις στο ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα
Στις εαρινές συνόδους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στις επιπτώσεις του πολέμου στους κρατικούς προϋπολογισμούς, στην ενεργειακή επάρκεια και στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Η συνολική εικόνα που προέκυψε δεν ήταν ενθαρρυντική.
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ προκάλεσε τη σοβαρότερη ενεργειακή διαταραχή των τελευταίων δεκαετιών. Οι τιμές των καυσίμων εκτινάχθηκαν, πλήττοντας οικονομίες στην Ασία και πέραν αυτής, ενώ επλήγησαν κρίσιμες αλυσίδες παραγωγής, όπως αυτές των λιπασμάτων, του ήλιου και των πλαστικών.
Ενεργειακός αντίκτυπος
Οι οικονομολόγοι προβλέπουν ότι το αποτέλεσμα θα είναι ένας συνδυασμός υψηλότερου πληθωρισμού και χαμηλότερης ανάπτυξης. Ταυτόχρονα, το παγκόσμιο χρέος έχει φθάσει σε ιστορικά επίπεδα, φτάνοντας τα 348 τρισ. δολάρια, περιλαμβάνοντας δημόσιο και εταιρικό δανεισμό, γεγονός που περιορίζει αισθητά τα περιθώρια αντίδρασης.
Η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, επισημαίνει ότι οι προοπτικές ανάπτυξης για το 2026 αναθεωρούνται προς τα κάτω εξαιτίας του πολέμου, υπογραμμίζοντας πως «ζούμε σε έναν πιο αβέβαιο και επιρρεπή σε σοκ κόσμο». Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η παγκόσμια ανάπτυξη μπορεί να επιβραδυνθεί στο 2,9% από 3,4% το προηγούμενο έτος.
Κατακερματισμός
Αν και η πλήρης έκταση των συνεπειών δεν είναι ακόμη ξεκάθαρη, το οικονομικό περιβάλλον επιβαρύνεται από έναν κρίσιμο παράγοντα: το χρέος. Κατά την πανδημία, οι κυβερνήσεις προσέφυγαν στις αγορές ομολόγων για να χρηματοδοτήσουν τα μέτρα τους και το χρέος συνέχισε να αυξάνεται έκτοτε.
Τα δημόσια οικονομικά είναι υπό πίεση τόσο σε ανεπτυγμένες οικονομίες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιαπωνία, όσο και σε αναδυόμενες όπως το Πακιστάν και η Κένυα. Ο ΟΗΕ εκτιμά ότι περίπου 3,4 δισ. άνθρωποι ζουν σε χώρες που ξοδεύουν περισσότερα για την εξυπηρέτηση του χρέους απ’ ό,τι για υγεία ή εκπαίδευση.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις ανέβασαν τον δανεισμό τους, είτε για να αντέξουν τα πλήγματα της πανδημίας είτε για να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις σε υποδομές, όπως αυτές για την τεχνητή νοημοσύνη. Ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Μόρις Όμπστφελντ, σημειώνει ότι η συνεχής προσφυγή στον δανεισμό χωρίς δημοσιονομική εξυγίανση σε περιόδους ανάπτυξης έχει επιδεινώσει την κατάσταση.
Γεωπολιτική και θεσμική πίεση
Η αδυναμία αυτή συνδέεται και με πολιτικές επιλογές: κάποιες κυβερνήσεις αύξησαν τις επιδοτήσεις καυσίμων για να περιορίσουν κοινωνικές εντάσεις, ενώ άλλες αναγκάστηκαν να μετακυλίσουν το κόστος στους καταναλωτές. Παρά το ότι οι ΗΠΑ πρωτοστάτησαν στη σύγκρουση με το Ιράν, εκτιμάται ότι θα επηρεαστούν λιγότερο σε σχέση με άλλες οικονομίες λόγω της ευκολότερης χρηματοδότησης των ελλειμμάτων τους.
Σε προηγούμενες κρίσεις, η διεθνής κοινότητα συχνά συντονιζόταν υπό την ηγεσία των G20. Σήμερα, όμως, ο αυξανόμενος γεωπολιτικός κατακερματισμός προκαλεί αμφιβολίες για την εφικτότητα παρόμοιας συνεργασίας. Η υποχώρηση της πολυμέρειας, οι εμπορικές εντάσεις και η μείωση της διεθνούς βοήθειας ενισχύουν αυτή την εικόνα.
Ο ρόλος θεσμών όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα τίθεται υπό αμφισβήτηση: παρά τους σημαντικούς πόρους τους, αντιμετωπίζουν προκλήσεις όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της εποπτείας και την ικανότητά τους να προλαμβάνουν κρίσεις. Η Κίνα έχει ενισχύσει την παρουσία της μέσω δανεισμού και συμφωνιών ανταλλαγής νομισμάτων, αλλά και αυτή αντιμετωπίζει εσωτερικά προβλήματα που περιορίζουν τον ρόλο της.
Δίλημμα για τις κεντρικές τράπεζες
Οι κεντρικές τράπεζες, που αποτέλεσαν βασικό πυλώνα στις προηγούμενες αντιδράσεις, βρίσκονται τώρα μπροστά σε δύσκολες επιλογές. Η αύξηση των τιμών ενέργειας τις φέρνει αντιμέτωπες με το δίλημμα ανάμεσα στην αύξηση επιτοκίων για να αντιμετωπιστεί ο πληθωρισμός και στη χαλάρωση των επιτοκίων για να στηριχθεί η ανάπτυξη και η απασχόληση.
Η επιβάρυνση από υψηλότερα επιτόκια αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και περιορίζει τις δημοσιονομικές δυνατότητες. Στις ΗΠΑ οι ετήσιες πληρωμές τόκων εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν το 1 τρισ. δολάρια.
Σε περίπτωση νέας κρίσης, κάποιοι προβλέπουν ότι οι κυβερνήσεις θα αναγκαστούν να αυξήσουν ξανά τις δαπάνες με τη στήριξη των κεντρικών τραπεζών. Ωστόσο, οι αγορές ενδεχομένως να απαιτήσουν πιο στοχευμένες παρεμβάσεις ή υψηλότερες αποδόσεις, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού.
Αυτές οι συνθήκες καθιστούν τον κόσμο ακόμη λιγότερο προετοιμασμένο για την επόμενη κρίση. Όπως συνοψίζει η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, το μόνο βέβαιο είναι ότι «τα οικονομικά σοκ θα συνεχίσουν να εμφανίζονται».
Απόδοση – Επιμέλεια: Γιώργος Δ. Παυλόπουλος

