Η επιλογή της βάσης υποστήριξης για τις υπεράκτιες γεωτρήσεις στο Ιόνιο δεν είναι απλή λιμενική υπόθεση, αλλά ένα έργο υψηλής προστιθέμενης αξίας που διαμορφώνει ευρύτερο οικονομικό και επιχειρησιακό ισοζύγιο.
Πρόκειται για έναν «αφανή πλούτο»: γύρω από την ίδια την εξόρυξη αναπτύσσεται ένα εκτεταμένο δίκτυο υπηρεσιών —από μηχανικούς και γεωλόγους μέχρι ναυτιλιακές, λιμενικές και βιομηχανικές υποδομές— που συχνά αποδεικνύονται εξίσου σημαντικές με το ίδιο το κοίτασμα.
Το πλέγμα των υποστηρικτικών υπηρεσιών
Καθοριστικό ρόλο παίζουν οι υπηρεσίες logistics, τεχνικής υποστήριξης και συντήρησης, καθώς και λειτουργίες όπως ρυμουλκικές εργασίες, υπηρεσίες αντιρύπανσης και ασφάλειας, εφοδιασμού, σίτισης και διαμονής προσωπικού, που διασφαλίζουν την αδιάλειπτη και ασφαλή εξέλιξη των εργασιών.
Το πραγματικό οικονομικό αποτύπωμα συχνά εντοπίζεται στη λιμενική διαχείριση και στο πλέγμα υπηρεσιών γύρω από τη γεώτρηση: εφοδιαστική υποστήριξη, μεταφορά προσωπικού, συντήρηση εξοπλισμού, αποθήκευση και διαχείριση υλικών, παράλληλα με το ενεργειακό αποτέλεσμα.
Μεγάλο μέρος της αξίας «ξεκινά» από τη θάλασσα
Στελέχη της πετρελαϊκής αγοράς εκτιμούν ότι σε μια γεώτρηση κόστους 1 δισ. ευρώ μπορεί να διοχετευθούν έως και 400 εκατ. ευρώ σε υπηρεσίες σχετικές με τη λιμενική βάση και την υποστήριξη των δραστηριοτήτων.
Σε αυτό το πλαίσιο, τρεις λιμένες της Δυτικής Ελλάδας —Πάτρας, Ηγουμενίτσας και Αστακού— διεκδικούν τη διαχείριση της βάσης. Ο καθένας προσφέρει διαφορετικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, από διασύνδεση με διεθνή δίκτυα έως βιομηχανική υποδομή και γεωγραφική εγγύτητα στα πιθανά κοιτάσματα.
Η δομή του σχήματος εξόρυξης
Αρχικά το έργο ανήκε κατά 75% στην Energean και 25% στην HELLENiQ Upstream, αλλά μετά τη συμφωνία συμμετοχής (farmin) το σχήμα αναδιαμορφώνεται: ExxonMobil 60%, Energean 30% και HELLENiQ Upstream 10%.
Η Energean διατηρεί τον ρόλο του Διαχειριστή (operator) κατά την ερευνητική φάση, ενώ σε περίπτωση εμπορικής ανακάλυψης η διαχείριση της ανάπτυξης θα αναληφθεί από την ExxonMobil.
Πάτρα: Οικονομικός και αναπτυξιακός αντίκτυπος
Η πιθανή επιλογή του λιμένα της Πάτρας ως βάσης υποστήριξης των υπεράκτιων γεωτρήσεων περιγράφεται από τον διευθύνοντα σύμβουλο του ΟΛΠΑ και πρόεδρο της ΕΛΙΜΕ, Παναγιώτη Αναστασόπουλο, ως εξέλιξη με ισχυρό οικονομικό, αναπτυξιακό και γεωστρατηγικό αποτύπωμα για την πόλη και τη Δυτική Ελλάδα.
Όπως σημειώνει στη «Ν», το στοίχημα δεν περιορίζεται στην εξόρυξη αλλά επεκτείνεται στη λιμενική διαχείριση και στο σύνολο των υποστηρικτικών δραστηριοτήτων που θα αναπτυχθούν γύρω από αυτήν.
Για το λιμάνι, προσθέτει, τα άμεσα οικονομικά οφέλη είναι πολυεπίπεδα: νέα, σταθερή ροή εσόδων από λιμενικές υπηρεσίες υψηλής αξίας, όπως η εξυπηρέτηση εξειδικευμένων πλοίων υποστήριξης (PSV), η διαχείριση φορτίων εξοπλισμού και η παροχή logistics στον Νότιο Λιμένα.
Εργασιακά και επενδυτικά οφέλη
Η δραστηριότητα αναμένεται να ενισχύσει την εμπορική κίνηση του λιμένα και να δημιουργήσει εκατοντάδες άμεσες θέσεις εργασίας και πολλαπλάσιες έμμεσες σε δραστηριότητες όπως λιμενική λειτουργία, τεχνικές υπηρεσίες, μεταφορές και αποθήκευση.
Ο κ. Αναστασόπουλος επισημαίνει ότι απαιτούνται στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές —ενίσχυση προβλητών, εξειδικευμένες ζώνες διαχείρισης εξοπλισμού, αναβάθμιση συστημάτων ασφάλειας και περιβαλλοντικής προστασίας, καθώς και βελτίωση της διασύνδεσης με δίκτυα μεταφορών— για να προσαρμοστεί ο λιμένας στον νέο ρόλο.
Στρατηγικά, η Πάτρα θεωρείται ανταγωνιστική λόγω γεωγραφικής εγγύτητας στα πιθανά ενεργειακά πεδία, υφιστάμενων υποδομών και δυνατότητας διασύνδεσης με ευρωπαϊκά δίκτυα.
Σταθερότητα και δημόσιος χαρακτήρας
Ο δημόσιος χαρακτήρας του λιμένα, προσθέτει ο CEO του ΟΛΠΑ, παρέχει σταθερότητα που είναι κρίσιμη για μακροχρόνιες επενδύσεις, ενώ η ανάπτυξη τέτοιων δραστηριοτήτων συνοδεύεται από αυστηρά πρότυπα περιβαλλοντικής προστασίας και ασφάλειας.
Παρά τη σαφή διεκδίκηση, η τελική απόφαση παραμένει ανοιχτή και ο λιμένας της Πάτρας παρουσιάζεται ως έτοιμος και στρατηγικά τοποθετημένος, αναμένοντας τις επόμενες εξελίξεις.
Αστακός: Χωροταξικά και τεχνικά πλεονεκτήματα
Στο ίδιο «κάδρο» διεκδίκησης βρίσκεται και ο λιμένας του Αστακού. Ο αντιπρόεδρος της εταιρείας Akarport A.E., Δημήτρης Κολώνιας, ανέφερε στη «Ν» ότι στελέχη από το κοινοπρακτικό σχήμα είχαν πραγματοποιήσει παλαιότερα διερευνητική επίσκεψη στην περιοχή του Πλατυγιαλίου, όπου διαχειρίζεται τον λιμένα η Astakos Terminal A.E.
Η περιοχή συγκεντρώνει κρίσιμα πλεονεκτήματα: απομακρυσμένη από κατοικημένες ζώνες, με εκτεταμένους ελεύθερους χώρους ικανό να φιλοξενήσει βασικό εξοπλισμό και συνοδευτικές υπηρεσίες ενός τέτοιου έργου. «Αποτελεί το πιο ενδεδειγμένο σημείο για την εγκατάσταση υποδομών που σχετίζονται με την εξόρυξη», τόνισε.
Σημαντικό τεχνικό στοιχείο είναι τα βάθη που φτάνουν τα 14,5 μέτρα, ενώ οι υπάρχουσες υποδομές κρίνονται επαρκείς για την καθημερινή εξυπηρέτηση απαιτητικών επιχειρησιακών αναγκών.
Καθεστώς και ιδιοκτησιακή σύνθεση
Ο λιμένας του Αστακού λειτουργεί υπό καθεστώς ουσιαστικού τραπεζικού ελέγχου. Η διαχειρίστρια εταιρεία Astakos Terminal A.E. εντάσσεται σε δομή που ελέγχεται από την Alpha Bank και την Τράπεζα Πειραιώς.
Μέσω της μητρικής APE Investment Property A.E., η Alpha Bank κατέχει περίπου 71% του σχήματος, ενώ η Τράπεζα Πειραιώς το υπόλοιπο 29%.
Ηγουμενίτσα: Πλεονέκτημα εγγύτητας στο Block
Η Ηγουμενίτσα διεκδικεί επίσης τον ρόλο βάσης υποστήριξης, προβάλoντας επιχειρησιακά πλεονεκτήματα και εγγύτητα στο πεδίο. Ο διευθύνων σύμβουλος του ΟΛΗΓ, Αθανάσιος Πορφύρης, δήλωσε στη «Ν» ότι ο λιμένας αναβαθμίζεται ως ο πλησιέστερος λιμένας στο Block 2 και, επομένως, ως βασικός επιχειρησιακός κόμβος υποστήριξης.
Η υπογραφή της σύμβασης για την ερευνητική γεώτρηση τον Απρίλιο του 2026 επιταχύνει τις εξελίξεις, μετατοπίζοντας το βάρος του λιμένα σε έναν πιο σύνθετο ρόλο βιομηχανικού και εφοδιαστικού σταθμού.
Το νέο Master Plan του ΟΛΗΓ, που έχει λάβει θετικές γνωμοδοτήσεις από την ΕΣΑΛ, προβλέπει τη σταδιακή μετατροπή του λιμένα σε κόμβο που θα εξυπηρετεί όχι μόνο επιβατικές ροές προς την Ιταλία αλλά και δραστηριότητες υψηλής επιχειρησιακής έντασης.
Υποδομές και περιβάλλον
Η δυνατότητα εξυπηρέτησης δεξαμενόπλοιων και εξειδικευμένων πλοίων υποστήριξης αποτελεί βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα, ενώ η ολοκλήρωση της Γ’ φάσης έργων εντός του 2026 αναμένεται να αποσυμφορήσει το λιμάνι και να δημιουργήσει διαθέσιμους χώρους για αποθήκευση και διαχείριση εξοπλισμού.
Στους νέους χώρους προβλέπεται ανάπτυξη βάσεων εφοδιασμού γεωτρήσεων, αποθηκών καυσίμων και ζωνών ναυπηγοεπισκευαστικής υποστήριξης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και σε περιβαλλοντικές υποδομές, όπως συστήματα ηλεκτροδότησης πλοίων από ξηράς (Onshore Power Supply) για τη μείωση εκπομπών.
Η γεωγραφική θέση της Ηγουμενίτσας, σε συνδυασμό με τη σύνδεσή της με την Εγνατία Οδό, ενισχύει την ταχύτητα μεταφοράς εξοπλισμού και προσωπικού, δημιουργώντας προϋποθέσεις για περαιτέρω επενδύσεις σε ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές.
Τοπικά οικονομικά οφέλη
Σε επίπεδο τοπικής οικονομίας, ο κ. Πορφύρης επισημαίνει ότι ο Δήμος Ηγουμενίτσας προβλέπεται να λαμβάνει ποσοστό 3,5% από τα έσοδα του λιμένα, ενώ η Περιφέρεια Ηπείρου θα εισπράττει το 5% των εσόδων από την παραγωγή υδρογονανθράκων, πόροι που αναμένεται να κατευθυνθούν σε έργα υποδομής.
Παρά τη δυναμική που διαμορφώνεται, υπενθυμίζεται ότι η τελική επιλογή της βάσης παραμένει ανοιχτή και θα κριθεί με βάση τεχνικά, οικονομικά και λειτουργικά κριτήρια σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον μεταξύ λιμένων.

